|
Ο πρώτος μου τρύγος
Η συνεργάτις του «Οινοχόου» βρέθηκε στις Μεγάλες Ημέρες της Νεμέας και καταγράφει τις εντυπώσεις της από μια συναρπαστική, πρωτόγνωρη εμπειρία
Της Γεωργίας Ζαβιτσάνου
Πώς μπορεί να αισθάνεται ένας λάτρης του κρασιού όταν βρίσκεται στον αμπελώνα έτοιμος να τρυγήσει; Προσωπικά ήμουν μοιρασμένη ανάμεσα στην απερίγραπτη χαρά και τη μεγάλη ανασφάλεια. Τουλάχιστον στην αρχή. Διότι καλά μας τα εξηγούσε πριν φτάσουμε στο αμπέλι ο Πέτρος, ένας από τους οινολόγους του κτήματος Κατώγι - Στροφιλιά στη Νεμέα, όπου φιλοξενηθήκαμε, αλλά η πρώτη επαφή με το κλαδευτήρι μού ξύπνησε καλά κρυμμένες «αστικές» φοβίες και περισσότερο με ενδιέφερε να μην κόψω κανένα δάχτυλο παρά να απολαύσω τη διαδικασία!
Ευτυχώς η αγωνία κράτησε πολύ λίγο, γιατί σαν καλή μαθήτρια ακολούθησα κατά γράμμα τις οδηγίες του: «Με το ένα χέρι κόβουμε το τσαμπί από το κοτσάνι και με το άλλο κρατάμε το σταφύλι από το κάτω μέρος για να μην πέσει στη γη. Τα δύο χέρια δεν έρχονται σε επαφή, οπότε δεν υπάρχει κίνδυνος ατυχήματος».
Η επόμενη μεγάλη πρόκληση ήταν η παραγωγικότητα. Διότι αν ήθελα να βγάζω φωτογραφίες έπρεπε συνέχεια να καθαρίζω τα ζουμιά των σταφυλιών από τα χέρια μου. Οπότε οι δύο ιδιότητες -της φωτογράφου και της τρυγήτριας- ήταν μάλλον ασυμβίβαστες. Ηταν και εκείνο το περίφημο σακχαροδιαθλασίμετρο (το όργανο που μετράει το ποσοστό σε σάκχαρα που έχει το σταφύλι) με το οποίο είχα «κολλήσει» και το αποτέλεσμα ήταν ότι καθυστερούσα υπερβολικά.
Τελικά, έπειτα από περίπου μια ώρα, με πολλά διαλείμματα, η ομάδα των είκοσι πέντε επίδοξων αμπελουργών κατάφερε να μαζέψει τριάντα τελάρα σταφύλια. Βέβαια, ένας κανονικός εργάτης μαζεύει ένα τελάρο σε δέκα λεπτά, αλλά εμείς είχαμε πολλά καινούργια πράγματα να μάθουμε. Τώρα πια ξέρω ότι δεν πρέπει να γεμίζουμε πολύ τα τελάρα για να μη σπάσει η ρώγα και αρχίσει αμέσως η οξείδωση και ότι από το αμπέλι δεν κόβουμε το «κουδούνι», το μικρό τσαμπί που βρίσκεται ψηλά γιατί ωριμάζει πολύ αργότερα από τα άλλα.
Με ανεβασμένο το ηθικό και ευτυχείς για τις γνώσεις που «συλλέξαμε», αποχωρήσαμε από το αμπέλι και πήγαμε να δούμε τη διαδικασία της οινοποίησης. «Δηλαδή τώρα θα πατήσουμε τα σταφύλια;» ρώτησαν γελώντας κάποιοι, αναπολώντας τις παλιές ημέρες που δεν υπήρχε η σημερινή τεχνολογία. Φυσικά, δεν χρειάστηκε η δική μας παρέμβαση. Τα σταφύλια «πατήθηκαν» στον αποβοστρυχωτή που -άκουσον, άκουσον- διαχωρίζει τα στέμφυλα και τους άγουρους καρπούς από τις ώριμες ρώγες!
Και δεν ήταν μόνο αυτό. Στα δεκαπέντε λεπτά που διήρκεσε αυτή η διαδικασία, ο λευκός χυμός του σταφυλιού πήρε κιόλας χρώμα από την κοκκινωπή φλούδα με την οποία αναμείχθηκε. Με έκπληξη αντίκρισα τον ροζέ πολτό που γέμισε το καζάνι και με δυσκολία σταμάτησα να πίνω τον αρωματικό και εύγευστο χυμό. Για να είμαι ειλικρινής, αν δεν με ενημέρωναν ότι η «κατάχρησή» του μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στο στομάχι και τα έντερα, δεν θα σταματούσα.
Το... κερασάκι σ' αυτή την οινική περιπέτεια ήταν η δημιουργία της ζύμης, του μύκητα δηλαδή που προστίθεται στο χυμό για να εξασφαλίσει σωστές και ελεγχόμενες συνθήκες ζύμωσης. Κι αυτόν τον έφτιαξε ο Πέτρος, μπροστά μας, από απλή μαγιά, σαν αυτή που βάζουν στο ψωμί. Οταν φούσκωσε, τη βάλαμε στο καζάνι. Το επόμενο ραντεβού της παρέας είναι για τον Νοέμβριο, όταν θα έχει γίνει το δικό μας κρασάκι και -παρ' όλο που «λούφαρα» στο κλάδεμα- έχω μεγάλη περιέργεια να το δοκιμάσω.
Ευχαριστούμε το ταξιδιωτικό γραφείο Seavilization Travel, που μας πρόσφερε αυτό το συναρπαστικό οινοτουριστικό ταξίδι (www.seatravel.gr, τηλ.: 210-32.27.688). |