Του Θόδωρου Λέλεκα
Με οινική παράδοση που ξεπερνά τα 4.000 χρόνια, το νησί της Αφροδίτης προσπαθεί να προσαρμόσει την καλλιέργεια των αμπελιών και την οινοποίηση στα νέα παγκόσμια δεδομένα. Kαι όπως διαπιστώσαμε στη διάρκεια της περιήγησής μας στα μεγαλύτερα οινοποιεία του, τα καταφέρνει περίφημα.
Η σύγχρονη ιστορία του κυπριακού κρασιού δεν φαντάζει ιδιαίτερα ξένη στους Ελληνες οινοφίλους. Μέχρι και πριν από περίπου είκοσι χρόνια, το οινικό τοπίο της Μεγαλονήσου μονοπωλούνταν από τέσσερις μεγάλες οινοβιομηχανίες, οι οποίες συνέλεγαν τα σταφύλια της πλειονότητας των αμπελουργών του νησιού, οινοποιούσαν όλες τις διαθέσιμες ποικιλίες και παρήγαν κρασί το οποίο είτε διέθεταν σε μορφή χύμα είτε το εμφιάλωναν με αρκετά ευρεία ποικιλία χαρμανιών και ετικετών.
Η «μαζική» αυτή φιλοσοφία των μεγάλων οινοποιείων, όμως, σε συνδυασμό με τους υψηλούς, τότε, δασμούς στα εισαγόμενα κρασιά, δεν βοηθούσε την ανάπτυξη σύγχρονης οινικής κουλτούρας, σε μια χώρα με αρχαία παράδοση στο κρασί. Ετσι, οι καταναλωτές στρέφονταν σε άλλες λύσεις, όπως το χύμα κρασί (που είτε αγόραζαν είτε έφτιαχναν μόνοι τους) καθώς και σε άλλα ποτά, όπως η μπίρα, το ουίσκι, η βότκα.
Και τότε, στα μέσα της δεκαετίας του '80, το τοπίο άλλαξε ριζικά. Η οινική επανάσταση στην Κύπρο ξεκίνησε από τις τολμηρές πρωτοβουλίες κάποιων ιδιωτών οινοποιών που αποφάσισαν να ρισκάρουν προκειμένου να εκσυγχρονίσουν την εικόνα του κυπριακού κρασιού, αλλά και το προφίλ του Κύπριου οινοφίλου. Οπλισμένοι με θάρρος και όραμα, αλλά και με σημαντική βοήθεια από κρατικές επιχορηγήσεις, άρχισαν να παράγουν, αρχικά σε περιορισμένη κλίμακα, ποιοτικό κρασί τόσο από γηγενείς, όσο και από διεθνείς ποικιλίες. Σήμερα, τα «περιφερειακά οινοποιεία» (απόδοση αυτού που διεθνώς ονομάζεται «boutique winery») είναι περισσότερα από 50, και διεκδικούν μερίδιο αγοράς πάνω από 25%. Η παραγωγή τους απορροφιέται με μεγάλο ενθουσιασμό από την εγχώρια αγορά, ενώ κάποια από αυτά επιδίδονται και σε εξαγωγές στην Ευρώπη και την Αμερική. Παράλληλα, η ποιοτική τους προσέγγιση στο κρασί έχει ωθήσει τις παραδοσιακές μεγάλες οινοβιομηχανίες, οι οποίες εξακολουθούν να κυριαρχούν στην αγορά, να εκσυγχρονίσουν τις μεθόδους και τη φιλοσοφία τους, επιδεικνύοντας θεαματική στροφή προς το ποιοτικό εμφιαλωμένο κρασί. Η αντανάκλαση αυτού του φαινομένου στον καταναλωτή ενισχύεται από την εισροή εισαγόμενων κρασιών κυρίως από την Ευρώπη, τα οποία -μετά την εισαγωγή της Κύπρου στην Ε.Ε.- είναι σημαντικά φθηνότερα, καθώς και από τη δημιουργία ενώσεων και λεσχών οινοφίλων που διοργανώνουν τακτικά εκδηλώσεις, γευσιγνωσίες κ.λπ.
Πριν ξεκινήσουμε την περιήγηση στα οινοποιεία της Κύπρου, αξίζει να σημειώσουμε δύο βασικά στοιχεία που συνθέτουν μία αρκετά σφαιρική εικόνα για το κυπριακό κρασί σήμερα. Το πρώτο είναι ότι ο βασικός αμπελώνας και ο κύριος οινοποιητικός πυρήνας εντοπίζονται στην περιοχή που περικλείει τις ευρύτερες περιοχές της Λεμεσού και της Πάφου, στο νότιο τμήμα του νησιού. Το δεύτερο και σημαντικότερο είναι η έμφαση στην καλλιέργεια και οινοποίηση των γηγενών κυπριακών ποικιλιών, κάποιες από τις οποίες ήταν ξεχασμένες για πολλά χρόνια. Οι σύγχρονοι Κύπριοι οινοποιοί έχουν συνειδητοποιήσει ότι η διάθεση διεθνών ποικιλιών στην εγχώρια αλλά και στην ξένη αγορά τούς προσφέρει περιορισμένα περιθώρια διαφοροποίησης, καθώς και ελάχιστες δυνατότητες να προσφέρουν κρασί «premium», ειδικά απέναντι στον ανηλεή ανταγωνισμό από τις οινοπαραγωγικές χώρες της Ευρώπης και περισσότερο του Νέου Κόσμου. Μαθημένοι λοιπόν όπως είναι στις τολμηρές, πρωτοποριακές κινήσεις, έχουν πάρει την απόφαση να αναπτύξουν και να πειραματιστούν με τις αυτόχθονες ποικιλίες του νησιού -κάποιες από τις οποίες παρουσιάζουν μοναδικά χαρακτηριστικά-, απευθυνόμενοι όχι μόνο στον πατριωτισμό του Κύπριου καταναλωτή, αλλά κυρίως στη δίψα της διεθνούς αγοράς για νέες γεύσεις και άγνωστα, εξωτικά προϊόντα.
|
Δοκιμάζοντας Μαραθέφτικο και Σπούρτικο
Η περιήγηση του «Οινοχόου» στα κυπριακά οινοποιεία ξεκινάει με το Οινοποιείο Νικολαΐδη στην περιοχή Ανώγυρα, μεταξύ Λεμεσού και Πάφου, το οποίο εμφιαλώνει κρασί από το 1986 - μία πρωτοβουλία που ξεκίνησαν οι δύο γιοι του ιδρυτή Νικολάου Νικολαΐδη. Αιχμή του δόρατος στο οινοποιείο αυτή τη στιγμή είναι ο εγγονός του, Νίκος Νικολαΐδης, διπλωματούχος οινολόγος από το Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ στη Γαλλία. Το οινοποιείο δίνει έμφαση κυρίως στις γηγενείς ποικιλίες και εμφιαλώνει 150.000 φιάλες ετησίως, το 10% των οποίων εξάγεται στην Αγγλία, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ. Μεταξύ των κρασιών που δοκιμάσαμε στο Οινοποιείο Νικολαΐδη ξεχωρίσαμε την πρώτη μας επαφή με την ποικιλία Μαραθέφτικο, που «κλέψαμε» μέσα από το δρύινο γαλλικό βαρέλι στο οποίο παλαιώνει, καθώς δεν είναι ακόμα έτοιμο για εμφιάλωση. Το Μαραθέφτικο Νικολαΐδη παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και δυνατότητες και είναι ένα κρασί που η αγορά θα περιμένει με ανυπομονησία.
Επόμενος σταθμός το Οινοποιείο Βουνί Παναγιάς, ένα από τα παλαιότερα και μεγαλύτερα περιφερειακά οινοποιεία της Κύπρου. Βρίσκεται έξω από το χωριό Παναγιά στην Πάφο, τόπο καταγωγής του Αρχιεπισκόπου και Εθνάρχη Μακαρίου. Ο ιδιοκτήτης του οινοποιείου, Ανδρέας Κυριακίδης, ξεκίνησε την καριέρα του ως δημόσιος υπάλληλος σε τομείς σχετικούς με την οινοποιία στην Κύπρο, ώσπου αποφάσισε να αφήσει την πόλη και το γραφείο πίσω του και να γυρίσει μαζί με την οικογένειά του στην ύπαιθρο για να αφοσιωθεί στην παραγωγή καλού κρασιού. Σήμερα παράγει 500.000 φιάλες κρασί από γηγενείς, κατά κύριο λόγο, ποικιλίες και εξάγει στην Αγγλία και τις ΗΠΑ. Πρόσφατα μάλιστα ξεκίνησε μια σημαντική επένδυση για την αναμόρφωση του οινοποιείου, έτσι ώστε να επεκτείνει και να οργανώσει καλύτερα τις εγκαταστάσεις του, αλλά και να δημιουργήσει σύγχρονους επισκέψιμους χώρους, που θα περιλαμβάνουν αίθουσα δοκιμών και εστιατόριο. Από τα πραγματικά καλά κρασιά που δοκιμάσαμε στο Οινοποιείο Βουνί Παναγιάς ξεχωρίζω το φετινό Σπούρτικο, ένα δροσερό λευκό από την ομώνυμη σχετικά άγνωστη γηγενή ποικιλία, το οποίο παρουσίαζε όμορφα λεμονώδη αρώματα και εκρηκτική οξύτητα, που το έκανε ένα ιδιαίτερα ευχάριστο και ξεδιψαστικό καλοκαιρινό κρασί.
Συνεχίζοντας και φτάνοντας λίγο έξω από την Πάφο, σταματάμε στο Οινοποιείο Καμαντερένα, που ανήκει στο συνεταιρισμό ΣΟΔΑΠ, μία από τις τέσσερις παραδοσιακές οινοβιομηχανίες της Κύπρου. Το οινοποιείο είναι ολοκαίνουργιο, αφού λειτουργεί μόλις από το 2003, και παράγει κρασί από τα σταφύλια των 10.000 μελών του. Η κλίμακα των εγκαταστάσεών του σε σχέση με ό,τι έχουμε δει ώς τώρα είναι τεράστια - δικαιολογημένα, αφού η ετήσια παραγωγή του οινοποιείου φτάνει τα 8 εκατομμύρια φιάλες! Το Οινοποιείο Καμαντερένα οινοποιεί όλες τις ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Κύπρο, με έμφαση στις διεθνείς, όπως οι Shiraz και Riesling. Η φιλοσοφία του είναι εμφανώς αυτή της μαζικής παραγωγής, ενώ από το 20% της παραγωγής που εξάγεται στο εξωτερικό, η μεγαλύτερη ποσότητα πηγαίνει στην Αγγλία. Το υπόλοιπο 80% είτε εμφιαλώνεται είτε διατίθεται χύμα. Από τα κρασιά που δοκιμάσαμε στο οινοποιείο ξεχωρίζω την κορυφαία, κατά πολλούς, Commandaria St Barnabas, μια ιδιαίτερα πλούσια και περίτεχνη προσέγγιση στο γνωστό γλυκό κρασί της Κύπρου, καθώς και τη Ζιβανία ΣΟΔΑΠ, ένα εντυπωσιακά αρωματικό δείγμα του γνωστού κυπριακού αποστάγματος.
Στα αμπελοτόπια του Τροόδους
Η Μεσόγη της Πάφου δεν απέχει πολύ. Φτάνοντας στο Οινοποιείο Φικάρδος, μας υποδέχεται ο ίδιος ο ιδρυτής, Θόδωρος Φικάρδος. Μας διηγείται πώς ξεκίνησε το οινοποιείο το 1988 από χόμπι, αλλά και με στόχο να καλύψει τις ανάγκες του εστιατορίου που διατηρούσε. Η κατακόρυφη άνοδος της ζήτησης για ποιοτικό κρασί τον οδήγησε σε συνεχή αύξηση της παραγωγής του κι έτσι σήμερα παράγει 300.000 φιάλες το χρόνο, που κατανέμονται σε 14 διαφορετικές ετικέτες. Οινοποιεί χρησιμοποιώντας σταφύλι από αυστηρά επιλεγμένους αμπελουργούς της γύρω περιοχής, φτιάχνει ευφάνταστα χαρμάνια από διεθνείς και γηγενείς ποικιλίες και πειραματίζεται με γαλλικά και αμερικανικά δρύινα βαρέλια. Το κρασί του απορροφιέται σχεδόν εξ ολοκλήρου από την κυπριακή αγορά, με το 75% να μένει στην ίδια την Πάφο, που φαίνεται να του έχει ιδιαίτερη αδυναμία. Δοκιμάσαμε και τις 14 ετικέτες που παράγει το οινοποιείο, που περιλαμβάνουν ξηρά και ημίξηρα λευκά, ξηρά και ημίγλυκα ροζέ, καθώς και ερυθρά που διαφοροποιούνται από το αν έχουν περάσει από βαρέλι ή όχι. Από αυτά θα ξεχωρίσω την ετικέτα Λευκάδα 2003, ένα χαρμάνι που αποτελείται κατά 70% από την ομώνυμη ποικιλία, ενώ το υπόλοιπο συμπληρώνεται από Merlot, Shiraz και Ματάρο (το κυπριακό Mourvedre). Το κρασί αυτό παρουσιάζει πολύ κομψά αρώματα γλυκών μπαχαρικών και έχει αποσπάσει διεθνή διάκριση από το έγκριτο βρετανικό περιοδικό κρασιού Decanter.
Γυρίζοντας προς Λεμεσό, κάνουμε μια στάση στη Μαλιά, για να επισκεφθούμε το Κτήμα Μαλιά, ένα οινοποιείο που ανήκει στη μεγάλη κυπριακή βιομηχανία ΚΕΟ. Το οινοποιείο λειτουργεί από το 1927, πρόσφατα όμως αναβαθμίστηκε ριζικά. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής, έγινε μια μεγάλη επένδυση που είχε ως στόχο τη βελτίωση των εγκαταστάσεων και των δυνατοτήτων του, ταυτόχρονα όμως και τη διατήρηση της παραδοσιακής αισθητικής του. Σήμερα ο εξοπλισμός και οι υποδομές του συνθέτουν μια μεγάλη κλίμακα παραγωγής, η οποία φτάνει τα 3 εκατομμύρια λίτρα ετησίως. Το οινοποιείο δεν διαθέτει εμφιαλωτήριο (η εμφιάλωση γίνεται στην κεντρική μονάδα της ΚΕΟ στη Λεμεσό), οπότε δεν έχουμε τη δυνατότητα να δοκιμάσουμε κάποια από τα εμφιαλωμένα κρασιά της ΚΕΟ. Δεν πτοούμαστε, όμως, καθώς οι υπεύθυνοι του οινοποιείου έχουν την καλοσύνη να μας αφήσουν να «κλέψουμε» κρασί για δοκιμή κατ' ευθείαν από τις δεξαμενές. Οφείλω να πω ότι, βλέποντας τη μεγάλη κλίμακα στην οποία λειτουργεί το οινοποιείο, περίμενα να δοκιμάσω κρασιά μαζικής φιλοσοφίας, χωρίς κάποιο αξιοσημείωτο στοιχείο. Ακριβώς γι' αυτό ένιωσα μεγάλη και θετικότατη έκπληξη όταν δοκίμασα το κομψό και ιδιαίτερα «κοφτερό» Riesling 2005, ενώ το Ξυνιστέρι 2005 της ΚΕΟ που δοκίμασα βελτίωσε σημαντικά την άποψη που είχα για τη συγκεκριμένη ποικιλία. Παρουσιάζει διακριτικά αρώματα κίτρινων εσπεριδοειδών και όμορφη οξύτητα, χωρίς να χάνει την τυπικότητά του.
Η περιήγηση ολοκληρώνεται στο Οινοποιείο Τσιάκκα στο Πελένδρι, στους πρόποδες του Ορους Τροόδους. Σε ένα μαγευτικό, καταπράσινο βουνίσιο τοπίο, σε υψόμετρο 1.150, η οικογένεια Τσιάκκα μας υποδέχεται και μας ξεναγεί στους όμορφους χώρους του οινοποιείου της. Ολόκληρος ο οινικός κόσμος της Κύπρου «έχει να το λέει» για τον Κώστα Τσιάκκα, ο οποίος το 1988, σε ηλικία 43 ετών, άφησε μια επιτυχημένη καριέρα στον τραπεζικό κλάδο, ακολουθώντας το μεράκι του για το καλό κρασί. Το αποτέλεσμα τον δικαίωσε με το παραπάνω. Το Οινοποιείο Τσιάκκα είναι σήμερα μια σύγχρονη αυτόνομη μονάδα, που παράγει 150.000 φιάλες ετησίως. Οινοποιεί γηγενείς και διεθνείς ποικιλίες και παλαιώνει αρκετά από τα κρασιά του σε εκλεκτά γαλλικά βαρέλια. Εξάγει στις ΗΠΑ, τη Ρωσία, την Αγγλία, τη Γαλλία και την Ελβετία και τελευταία και στην Ελλάδα (με αντιπρόσωπο την Οινοτράπεζα Παυλίδης). Στα άμεσα σχέδια του Κώστα Τσιάκκα είναι η ένταξη ιδιόκτητων αμπελώνων στο δυναμικό του οινοποιείου, αλλά και η ενίσχυση της εικόνας των κρασιών του με ευρηματικές πρωτοβουλίες προώθησης και μάρκετινγκ. Από τα εκλεκτά κρασιά του που δοκιμάσαμε ξεχωρίζω τη Βαμβακάδα 2004 (Μαραθέφτικο), ένα φίνο κρασί με βαθύ πορφυρό χρώμα, έντονα αρώματα μπαχαρικών και ευγενείς τανίνες.
Πριν φύγουμε, όμως, δοκιμάσαμε και δύο από τα κρασιά του Κτήματος Βλασσίδη. Δυστυχώς, δεν είχαμε την ευκαιρία να συναντήσουμε τον ίδιο τον Σοφοκλή Βλασσίδη, ο οποίος, παρ' ότι νέος στην ηλικία αλλά και στο χώρο (το οινοποιείο του ιδρύθηκε το 1998), συγκαταλέγεται ανάμεσα στους κορυφαίους οινοποιούς της Κύπρου. Είναι κάτοχος πτυχίου Οινολογίας από το Πανεπιστήμιο Davis των ΗΠΑ και έχει ένα μικρό οινοποιείο, με ετήσια παραγωγή περίπου 30.000 φιαλών. Επιπλέον, συνεργάζεται και συμβουλεύει αρκετά από τα περιφερειακά οινοποιεία της Κύπρου και θεωρείται θεμελιωτής πολλών καινοτόμων οινοποιητικών τεχνικών που έχουν οδηγήσει στην αναβάθμιση της ποιότητας του κυπριακού κρασιού. Τα κρασιά του Κτήματος Βλασσίδη έχουν αποσπάσει πολλές διεθνείς διακρίσεις και βραβεία τα τελευταία χρόνια. Κρίνοντας από το Shiraz 2003 και το Cabernet Sauvignon 2002 που δοκιμάσαμε, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το γιατί.
Ευχαριστούμε το υπουργείο Εμπορίου της Κύπρου για τη φιλοξενία και την ξενάγηση του «Οινοχόου» στον κυπριακό αμπελώνα.
Οι βασικές γηγενείς κυπριακές ποικιλίες
Λευκές
Ξυνιστέρι: Μακρινό... ξαδερφάκι του Sauvignon Blanc. Κρασί με ελαφρύ σώμα και έντονα αρώματα ξινών εσπεριδοειδών. Η οξύτητά του εξαρτάται από την οινοποίηση του εκάστοτε κρασιού. Απαντάται κυρίως μονοποικιλιακά ή ενίοτε σε χαρμάνι με «σοβαρότερα» λευκά. Δεν συμμετέχει, εκτός από κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις, στη δημιουργία ιδιαίτερα αξιοσημείωτων λευκών κρασιών. Βασικό προτέρημα της ποικιλίας, το γεγονός ότι αποτελεί βασικό συστατικό του διάσημου γλυκού κυπριακού κρασιού Commandaria.
Σπούρτικο: Σπάνια λευκή κυπριακή ποικιλία, που χαρακτηρίζεται από ήπια αρώματα εσπεριδοειδών και ιδιαίτερα τονισμένη οξύτητα. Τα κρασιά της συνήθως δεν έχουν ιδιαίτερα υψηλό αλκοολικό τίτλο.
Ερυθρές
Μαραθέφτικο ή Βαμβακάδα: Μία ποικιλία που ήταν παραμελημένη για χρόνια, λόγω των μεγάλων δυσκολιών που παρουσιάζει η καλλιέργειά της. Αγαπά το δρύινο βαρέλι, έχει βαθύ και ζωντανό χρώμα και περίπλοκα αρώματα, που συχνά συνδυάζουν πικάντικα μπαχαρικά, ώριμα φρούτα του δάσους και δέρμα. Εχει δυνατές τανίνες και μακρά επίγευση. Αν οι Κύπριοι οινοποιοί συνεχίσουν τη σοβαρή και μερακλίδικη δουλειά που έχουν ξεκινήσει με το Μαραθέφτικο, η ποικιλία αυτή Θα αποτελέσει το μέλλον της κυπριακής οινοποιίας.
Λευκάδα: Οι απόψεις για το αν είναι γηγενής ποικιλία της Κύπρου ή όχι διίστανται, λόγω της πολύ κοντινής συγγένειας με τη λευκαδίτικη ποικιλία Βερτζαμί. Χαρακτηριστικό της γνώρισμα, το βαθύ πορφυρό της χρώμα. Για λόγους ενίσχυσης / σταθεροποίησης του χρώματος συμμετέχει συχνά σε πολυποικιλιακά ερυθρά χαρμάνια.
Τα πιο διάσημα κρασιά της Κύπρου
Κουμανταρία: Το πιο γνωστό κυπριακό κρασί, με θαυμαστές σε όλο τον κόσμο. Πρόκειται για λιαστό επιδόρπιο οίνο που παράγεται από τις γηγενείς ποικιλίες Ξυνιστέρι και Μαύρο. Η Κουμανταρία (ή Commandaria) έχει ιστορία αιώνων, συνυφασμένη με τις πρώτες Σταυροφορίες και το Τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, που είχαν το επίσημο αρχηγείο τους στο Κάστρο του Κολοσσίου, το οποίο αποτελούσε και τη διοικητική τους έδρα, δηλαδή την Commandaria τους. Είναι το πρώτο κυπριακό κρασί με Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης και αποτελεί βασικό τουριστικό και εξαγωγικό προϊόν της Κύπρου. Χαρακτηριστικά του γνωρίσματα είναι το σκούρο κεχριμπαρένιο χρώμα του, τα περίπλοκα αρώματα σταφίδας και καραμέλας που, μεταξύ άλλων, αναδίδει, η όμορφη οξύτητά του και η τεράστια δυνατότητα για βαθιά παλαίωση που έχει, λόγω ανθεκτικότητας στην περαιτέρω οξείδωση. Πίνεται δροσερή, συνοδεύοντας πλούσια επιδόρπια και ξηρούς καρπούς.
Ζιβανία: Κυπριακό απόσταγμα από σταφύλι. Κοντινός συγγενής του δικού μας τσίπουρου. Το όνομά της προέρχεται από τα «Ζίβανα», τα στέμφυλα και τα λοιπά στερεά και υγρά παράγωγα του σταφυλιού, από τα οποία παράγεται με απλή απόσταξη. Εχει καθαρό, διαφανές χρώμα και ιδιαίτερα υψηλό αλκοολικό τίτλο (μεταξύ 40% και 50% abv). Εκτός της εγχώριας αγοράς, στην οποία η αναγνώρισή της είναι καθολική, αρχίζει και γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλής σε διεθνή κοινά, κυρίως μέσω των τουριστών που επισκέπτονται την Κύπρο. Πίνεται παγωμένη.
Το μουσείο των οινοφίλων
Το πρώτο μουσείο του κρασιού στην Κύπρο βρίσκεται στην περιοχή της Ερήμης, στη Λεμεσό, και λειτουργεί με επιτυχία εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο. Το Μουσείο, που είναι μια πραγματικά αξιέπαινη προσπάθεια, στεγάζεται σε ένα όμορφο οίκημα που αποτελεί ιδιωτική δωρεά και υποστηρίζεται από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Οι επισκέπτες του ενημερώνονται για την πλούσια οινική παράδοση του νησιού και την ιστορία του κυπριακού κρασιού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Επίσης, έχουν τη δυνατότητα να δοκιμάσουν και να αγοράσουν κρασιά κάθε είδους, καθώς και αξεσουάρ. Τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας του, το Κυπριακό Οινομουσείο προσείλκυσε 35.000 επισκέπτες από την Κύπρο, την Ελλάδα και όλο τον κόσμο.
Οδός Πάφου 42, Ερήμη, τηλ.: 003572-5873808-9