|
Το λάθος του αλάθητου και ο λόγος του λόγιου
«Ο Μωάμεθ έφερε στον κόσμο μόνο απάνθρωπα και διαβολικά πράγματα, όπως η επιβολή της θρησκείας του με το σπαθί»
Toυ Τάσου Οικονόμου (info@kathimerini.gr)
Είναι αλάθητος ο Πάπας; Είναι οι πράξεις του αέναα ορθές, ακόμη και όταν λαμβάνει αποφάσεις άμεσες, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου; Αν κάνουμε την υπόθεση ότι όλες οι ακαριαίες αντιδράσεις του είναι σωστές, πώς μπορούν άραγε να γίνουν αντιληπτά ως προς την ορθότητά τους τα λόγια του, μελετημένα, από τον ίδιο και την ηγεσία του Βατικανού; Σε αυτό ακριβώς το σημείο γίνεται κατανοητό το γεγονός ότι η αναφορά του Βενέδικτου XVI στο λόγο του Εμανουήλ ΙΙ Παλαιολόγου (αυτοκράτορα του Βυζαντίου 1391-1425) μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Η συγνώμη και η μεταμέλεια που ακολούθησε της αναφοράς του Πάπα και των αιτιάσεων του για το Ισλάμ και το σπαθί, μόνο «συγνώμη, κάναμε λάθος» δεν ήταν. Αν ακολουθήσουμε την ίδια γραμμή σκέψης, η αναδίπλωση του Βατικανού μοιάζει περισσότερο ως το επόμενο απαραίτητο βήμα στην καθορισμένη στρατηγική που ακολουθεί η ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Υπό αυτό το πρίσμα, τα ερωτήματα που γεννώνται κρύβουν απαντήσεις καθοριστικής σημασίας: γιατί επέλεξε ο Πάπας τον Εμμανουήλ Παλαιολόγο, ένα Βυζαντινό αυτοκράτορα ως σημείο αναφοράς; Υπάρχουν επιπτώσεις για την Ελλάδα και τις σχέσεις της με το Ισλάμ από αυτήν την αναφορά, την ώρα, μάλιστα, που προεδρεύει και του ΣΑ του ΟΗΕ; Γιατί η ορθοδοξία δεν παίρνει μέρος σε αυτόν το διάλογο; Γιατί διαχέεται η άποψη ότι ήταν ατυχής η δήλωση του Πάπα και δεν αναζητούνται πρωτίστως τα γενεσιουργά αιτία της; Τι σημαίνει αυτή η αναφορά μαζί με την ακόλουθη αναδίπλωσή της για την επικείμενη επίσκεψη του Πάπα στην Τουρκία; Για να γίνουν καλύτερα κατανοητά τα λόγια του Πάπα στο Πανεπιστήμιο Ρέγκενσμπουργκ της Βαυαρίας, ο βυζαντινολόγος Νίκος Νικολούδης, με ειδίκευση στην οικογένεια των Παλαιολόγων, αναλύει το έργο και την προσωπικότητα του Εμμανουήλ ΙΙ Παλαιολόγου αλλά και το ιστορικό πλαίσιο της εποχής: «Ο Εμμανουήλ Παλαιολόγος ήταν ένας αυτοκράτορας με έντονη πολιτική δράση αλλά παράλληλα είχε και συγγραφική δραστηριότητα, ήταν λόγιος. Μεταξύ των άλλων έργων του, συμπεριλαμβάνονται και ορισμένα με θεολογικό χαρακτήρα και μάλιστα μεταξύ αυτών υπάρχει και ένας διάλογος θεολογικού περιεχομένου με έναν λόγιο του Ισλάμ, τον οποίο έκανε στην Άγκυρα, με θέμα το χριστιανισμό και το Ισλάμ, ποιο είναι ανώτερο από το άλλο. Η καταγραφή του αφορά ένα πραγματικό επεισόδιο, στη διάρκεια μίας εκστρατείας του Οθωμανού σουλτάνου, του Βαγιαζίτ Ι, τον οποίο είχε συνοδέψει ο Εμμανουήλ Παλαιολόγος, αναγκαστικά ως υποτελής του, όταν του ζητήθηκε από τον Σουλτάνο, σε έναν πόλεμο που έκανε εναντίον άλλων Τούρκων εμίρηδων της Μικράς Ασίας». »Δεν είναι πρωτοφανής αυτό το έργο του Εμμανουήλ Παλαιολόγου γιατί την εποχή ακριβώς της κατάπτωσης του Βυζαντίου, δηλαδή τον 14ο και 15ο αιώνα πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι Βυζαντινοί προσπαθούσαν να διερευνήσουν - στα πλαίσια μίας προσπάθειας αυτογνωσίας - τη σχέση του χριστιανισμού και της ορθοδοξίας ειδικότερα με το Ισλάμ, γιατί είχαν ήδη χάσει τη θέση ισχύος και κατ' επέκταση έκαναν μία προσπάθεια να βρουν σε τι έφταιγε η θρησκεία τους. Η επικρατούσα τάση εκείνη την εποχή στην κοινή γνώμη ήταν ότι η κατάπτωση του Βυζαντίου οφειλόταν στις αμαρτίες των Βυζαντινών. Με αυτό το πρίσμα, καταλαβαίνετε ότι κάθε προσπάθεια διασάφησης των σχέσεων ορθοδοξίας και Ισλάμ και υπεροχής τους ενός έναντι του άλλου είχε και άμεσο ψυχολογικό αντίκτυπο. Αυτό είναι το θέμα με το έργο του Εμμανουήλ Παλαιολόγου».
|
Ο κ. Νικολούδης επιχειρώντας να κάνει μία προσέγγιση στη σχετική αναφορά του Πάπα, υποστηρίζει: «Στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά τη γνώμη μου η αναφορά αυτή ήταν λίγο εκτός πλαισίου του λόγου του Πάπα, ο οποίος αφενός μεν αναφέρθηκε σε ένα αυτοκράτορα που δεν είχε άμεση σχέση με τη δυτική εκκλησιαστική παράδοση - αρνήθηκε μάλιστα ο Παλαιολόγος να μπει σε συζητήσεις για την Ένωση των εκκλησιών όπως είχαν κάνει άλλοι αυτοκράτορες - και αφετέρου κατά κάποιο τρόπο εμπλέκει και τους Έλληνες, ως απογόνους των Βυζαντινών, αν μη τι άλλο πολιτικά, σε αυτή την πολιτική διαμάχη Δύσης - Ισλάμ, στην οποία, σε κάθε περίπτωση, εμείς δεν έχουμε λόγο να πάρουμε ανοικτά θέση υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, προσπαθούμε να κρατήσουμε αποστάσεις». Ο διακεκριμένος βυζαντινολόγος αναγνωρίζοντας τη θέση της Ελλάδας στο σταυροδρόμι Δύσης - Ανατολής και στο σημείο συνάντησης των δύο πολιτισμών, παρουσιάζει το ανησυχητικό κλίμα που δημιουργείται: «Για αυτό ακριβώς ανέφερα ότι δεν είχαμε λόγο να θέλουμε να αναμειχθούμε, τουλάχιστον φραστικά και με επιχειρήματα σε αυτή τη διαμάχη σε επίσημο επίπεδο και κατά κάποιο τρόπο, η παρέμβαση του Πάπα με αναφορά στον Εμμανουήλ Παλαιολόγο, θα μπορούσε να θεωρηθεί και λίγο προβοκατόρικη αν θέλετε για εμάς». «Και το περίεργο είναι γιατί δεν αναφέρθηκε σε κάποιον από τους τόσους εκατοντάδες θεολόγους της λατινικής εκκλησίας και θεώρησε σκόπιμο να αναφερθεί σε κάποιον ο οποίος δεν ήταν μόνο θεολόγος αλλά και πολιτικός. Μήπως το έκανε για αυτό το λόγο; Για να δείξει ότι από εκείνη την εποχή υπήρχε μία πολιτικο-θρησκευτική αντιπαλότητα μεταξύ Ευρώπης γενικότερα και Ισλάμ; Δε ξέρω, παραμένει ζητούμενο για εμένα αυτό το θέμα και η εντύπωση μου είναι ότι για εμάς δεν ήταν καλή αναφορά, δεν βοηθάει να μας δουν με καλό μάτι οι φανατικοί μουσουλμάνοι, αντιθέτως μάλιστα». «Ο προηγούμενος Πάπας σε αυτό το θέμα της αντιπαράθεσης Δύσης και Ισλάμ είχε κρατήσεις σαφώς αποστάσεις, δεν είχε εκφραστεί ανοικτά εναντίον του Ισλάμ, με χαρακτηρισμούς όπως ο διάδοχός του. Συνεπώς, παραμένει ένα ζήτημα σε τι απέβλεπε αυτή η δήλωση και γιατί έγινε ακριβώς με τον τρόπο που έγινε, τη στιγμή μάλιστα που αναγκάστηκε να την αναιρέσει; Για ποιον λόγο το ανέφερε και μετά το αναίρεσε; Αν μη τι άλλο δεν βοηθάει στην προαγωγή του καθολικισμού διεθνώς, είναι περίεργο». Ο κ. Νικολούδης απαντώντας στο ερώτημα γιατί συνέγραψε το εν λόγω έργο ο Παλαιολόγος και σε ποιους απευθυνόταν, αναφέρει: «Αυτά ήταν περισσότερο πνευματικά γυμνάσματα, θα έλεγα. Η θεολογία της εποχής, τα επιχειρούσε για να εντυπωσιάσουν ο ένας τον άλλο. Η λογιοσύνη ήταν περιορισμένη εκείνη την εποχή και μάλιστα στους στενούς κύκλους των ανωτέρων τάξεων. Ήταν ένας θεολογικός αντίλογος θα λέγαμε στην επιχειρηματολογία κυρίως από πλευράς Μωαμεθανών της εποχής εκείνης, δηλαδή, το γεγονός ότι επικρατούν εκείνοι έναντι των δυτικών χωρών και του Βυζαντίου, δείχνει ότι το Ισλάμ ήταν ανώτερο σαν θρησκεία. Μπορούσα να δώσω και μία άλλη ερμηνεία αν θέλετε με τα δεδομένα εκείνης της εποχής, πάλι σε σχέση με τις γραφές του Κορανίου που αφορά το κισμέτ. Η έννοια του κισμέτ στο Ισλάμ, η μοίρα έχει διπλή χροιά: στις αρχές τις οθωμανικής επέκτασης, το κισμέτ τους έδινε δύναμη γιατί θεωρούσαν ότι ήταν πεπρωμένο τους να κυριαρχήσουν στον κόσμο και ότι το έλεγε το Κοράνι. Αυτό ήταν και το θεολογικό επιχείρημά τους: για αυτό είναι ανώτερο το Κοράνι, γιατί είναι πεπρωμένο να επικρατήσουμε και για αυτό και επικρατούμε, μία ταυτοσημία δηλαδή. Σε άλλες εποχές, προς τα τέλη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, το κισμέτ είχε πάρει αρνητική φόρτιση. Έχοντας πλέον, χάσει το ζήλο τους και την αυτοπεποίθησή τους οι Οθωμανοί είχαν αποδεχτεί ότι ήταν καταδικασμένοι από το πεπρωμένο τους να χάσουν την αυτοκρατορία και αυτό αντί να τους βοηθάει να το ξεπεράσουν, τους καταρράκωνε περισσότερο το ηθικό. Την εποχή του Εμμανουήλ Παλαιολόγου υπήρχε αυτή η αλαζονεία, ότι το κισμέτ τους ήταν να επικρατήσουν. Αυτή τη λογική προσπάθησε να αναιρέσει ο Παλαιολόγος, από αυτήν την άποψη ότι το Ισλάμ είναι ανώτερο με ένα αντίλογο που προέβαλλε τα προτερήματα του χριστιανισμού έναντι του Ισλάμ». Σχετικά θέματα Ορθός λόγος και Πίστη Από την Αγκυρα στη Ρατισβόνη Πάπας εναντίον Μωάμεθ |