Eκτύπωση
Ρικομέξ, επτά χρόνια μετά: θύματα 39, ένοχος κανείς
Το έγκλημα πιστοποιήθηκε από εμπειρογνώμονες και εισαγγελείς, αλλά η τιμωρία του χάθηκε σ' έναν δικονομικό λαβύρινθο μεθοδεύσεων και τεχνασμάτων. Επτά χρόνια μετά το σεισμό, οι συγγενείς των νεκρών της Ρικομέξ συνεχίζουν, ξεχασμένοι και αβοήθητοι, να διεκδικούν τη δικαίωσή τους

Πηγή: περιοδικό «Κ»
Ρεπορτάζ: Νίκος Βαφειάδης
Συνεντεύξεις: Νατάσα Σινιώρη
Φωτογραφίες: Βαγγέλης Ζαβός

Ρικομέξ
 - Επτά χρόνια μετά: θύματα 39, ένοχος κανείς
 
 - Το χρονικό της ατιμωρησίας
 

«ΒΡΙΣΚΟΜΟΥΝ στο χώρο εργασίας μου. Εξαιτίας της σεισμικής δόνησης κατέρρευσε ακαριαία σαν χάρτινος πύργος το κτίριο όπου στεγαζόταν το εργοστάσιο. Ετρεξα ενστικτωδώς προς τη σκάλα, αγκάλιασα το σιδερένιο της άξονα και κοιτάζοντας προς τα κάτω είδα να φεύγει όλος ο όροφος μαζί με την τηλεφωνήτρια. Βρέθηκα ξαπλωμένη ανάσκελα έχοντας από πάνω μου τις τέσσερις πλάκες των ορόφων. Η κατάστασή μου ήταν τραγική. Επεφτα σε λήθαργο και συνερχόμουν όταν θυμόμουν τα αγαπημένα μου πρόσωπα, άλλοτε με αρνητικές σκέψεις και άλλοτε με θετικές. Οταν για πρώτη φορά άκουσα τα κομπρεσέρ, η ελπίδα φούντωσε μέσα μου. Φώναζα με όση δύναμη μου είχε απομείνει… Βγήκα από εκεί ζωντανή νεκρή… Τριάντα εννέα συνάδελφοί μου δεν τα κατάφεραν. Τους ρούφηξε το έδαφος…».

Η μαρτυρία ανήκει στην Εύη Σοφίλου, πρώην εργάτρια της βιομηχανίας Ricomex στο Μενίδι, η οποία απεγκλωβίστηκε ύστερα από 46 ώρες από τα χαλάσματα του εργοστασίου που έγινε ο τάφος 39 συναδέλφων της (δύο εκ των οποίων ήταν έγκυοι) και έκτοτε ζει αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα υγείας και προσμένοντας καρτερικά την απονομή δικαιοσύνης. Κι αν στους περισσότερους από εμάς τα λόγια της απλώς ξυπνούν οδυνηρές πλην μακρινές μνήμες από τον σεισμό των 5,9 Ρίχτερ στο ρήγμα της Πάρνηθας, που έπληξε την Αττική στις 7 Σεπτεμβρίου 1999 και άφησε πίσω του 137 νεκρούς, για κάποιους συνανθρώπους μας -άμεσα παθόντες και συγγενείς θυμάτων- αποτελούν μια ανοιχτή πληγή που δεν πρόκειται να επουλωθεί όσο δεν βρίσκουν δικαίωση. Η ατιμωρησία των υπευθύνων αποτυπώνεται μέσα από τα δημοσιεύματα του Τύπου και τα δικαστικά έγγραφα για την υπόθεση της κατάρρευσης του εξαώροφου εργοστασίου της Ricomex, στην οδό Τατοΐου 1 στο Μενίδι. Ανάλογη εξέλιξη είχαν άλλωστε και οι δικαστικές υποθέσεις για τα άλλα 28 κτίρια που έγιναν σκόνη, ανάμεσα στα οποία τα εργοστάσια Φουρλής, Φαράν, Παπουτσάνης, Πρόκος κ.λπ., αλλά και οι αντίστοιχες υποθέσεις με τους σεισμούς της Θεσσαλονίκης, του Αιγίου και της Καλαμάτας.

Το «Κ» επιχειρεί σήμερα να ανασύρει την υπόθεση της Ricomex από το βαθύτατο ρήγμα της συλλογικής λήθης και να εξηγήσει γιατί μέχρι τώρα κανείς από τους 11 αρχικούς κατηγορουμένους δεν έχει τιμωρηθεί και καμία από τις οικογένειες των θυμάτων, που δεν συμβιβάστηκαν εξωδικαστικά με την εταιρεία, δεν έχει εισπράξει την παραμικρή χρηματική αποζημίωση από τους ιδιοκτήτες της. Οπως χαρακτηριστικά δήλωσε στο «Κ» ο συνήγορός τους, Ανδρ. Αναγνωστάκης: «Οι εργαζόμενοι στη Ricomex καταπλακώθηκαν υπό σεισμό την 7/9/1999 στα ερείπια του κτιρίου-φερέτρου που τους στέγαζε. Οι συγγενείς των νεκρών καταπλακώνονται από τότε από τους ισχυρούς (πολυεθνικές, τράπεζες κ.λπ.). Και τις δικαστικές καθυστερήσεις και εμπλοκές...» Δύο από αυτούς δέχθηκαν να μάς ανοίξουν την καρδιά τους.

Δέσποινα Χατζηδημητρίου 38 ετών,
αδελφή του Δημήτρη Χατζηδημητρίου

«Kαι όλα τα λεφτά του κόσμου να μού δώσουν, εγώ θα ζητώ την τιμωρία τους»

Το γιο της τον βάφτισε Δημήτρη για να τιμήσει τη μνήμη του αδελφού της, που έχασε τη ζωή του σε ηλικία 33 ετών. «Μέχρι και πέρυσι δεν μπορούσα να χαρώ στην ονομαστική του εορτή. Το ένιωθα περισσότερο σαν πένθος». Ο Δημήτρης εργαζόταν τρία χρόνια στη Ρικομέξ ως πωλητής. «Παλιότερα ήταν στο Πολεμικό Ναυτικό και έφυγε από εκεί γιατί ήταν επικίνδυνα. Τελικά το βρήκε από αλλού… Γι' αυτό και πιστεύω ότι οι υπεύθυνοι πρέπει να τιμωρηθούν παραδειγματικά. Τον αδελφό μου δεν θα τον ξαναφέρω πίσω. Αλλά δεν θέλω να ανησυχώ για τους ανθρώπους που μου απομείνανε. Δεν μπορώ να υπολογίζω στην ανθρώπινη συνείδηση γιατί πάντα θα υπάρχουν ασυνείδητοι. Το θέμα είναι ποιος θα τους αποτρέψει από το να χτίζουν τέτοια σαθρά κτίρια».

Οταν μιλάει για τον αδελφό της τα μάτια λάμπουν. «Δεν είχε εχθρούς, μόνο φίλους. Διέθετε μεγάλη ευαισθησία και φοβερή αίσθηση του χιούμορ. Μου λείπει πολύ. Μου λείπουν αυτά τα καθημερινά πράγματα που κάναμε μαζί, όπως το να παίξουμε ένα τάβλι και να κουβεντιάσουμε».

Μου περιγράφει τη ζωή της μετά το θάνατο του αδελφού της. «Υπάρχει πάντα μια μόνιμη κατάθλιψη. Ο άνθρωπος μαθαίνει να ζει με το συναίσθημα του πόνου». Ήταν μια εποχή που ένιωθε ότι ο κόσμος της κατέρρεε κάτω από τα πόδια της. «Αισθανόμουν ότι όλα μπορούσαν να χαθούν ανά πάσα στιγμή. Και την οκτάχρονη σχέση που είχα τότε ήθελα να τη διαλύσω γιατί δεν επιθυμούσα να βουλιάξει και ο σύντροφός μου στη δυστυχία μαζί με εμένα. Με το ζόρι παντρεύτηκα μετά δύο χρόνια, επειδή οι γονείς μου μού έλεγαν ότι από εμένα περίμεναν να δουν χαρά. Και ευτυχώς με το παιδί μου κάπως συνήλθα γιατί είχα πλέον την ευθύνη του και δεν μπορούσα να επιτρέψω στον εαυτό μου να είναι δυστυχισμένος. Ομως δεν μπορώ να γελάσω όπως γελούσα παλιότερα. Και τώρα γνωρίζω ότι δεν θα είμαστε ποτέ ξανά όπως ήμασταν πριν».

Η μητέρα της Δέσποινας αρρώστησε με σάκχαρο από τη στενοχώρια της και παραλίγο να τυφλωθεί, ενώ ο πατέρας της έπρεπε να υποβληθεί σε μια επικίνδυνη επέμβαση διπλού μπαϊπάς. «Στην αρχή προσπαθούσαμε να επιβιώσουμε, ενώ τώρα προσπαθούμε να ζήσουμε. Τότε είχα ένα σωρό συναισθήματα: οργή, στενοχώρια και ενοχές για πράγματα που θα μπορούσα να πω και δεν είπα, για πράγματα που θα μπορούσα να κάνω και δεν έκανα. Δεν μπόρεσα να του δώσω ούτε ένα αποχαιρετιστήριο φιλί γιατί βρέθηκε ύστερα από τέσσερις μέρες και ήταν σε κατάσταση σήψης. Ενιωθα ένοχη που δεν ήμουν εγώ στη θέση του. Εγώ ήμουν ανύπαντρη, ενώ εκείνος είχε γυναίκα και παιδί. Ένιωθα ένοχη για έναν ακόμη λόγο: δεν έτυχε ποτέ να του πω ότι τον αγαπούσα».

Φοβάται ότι αν δεν τιμωρηθούν οι ένοχοι θα ξεπηδήσουν και άλλοι ασυνείδητοι που θα κατασκευάζουν κτίρια-φέρετρα με το μικρότερο δυνατό κόστος. «Θέλω τον πόνο που μοίρασαν να τον εισπράξουν και αυτοί, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Επιζητώ την τιμωρία για να παραδειγματιστούν και οι άλλοι και για να νιώσουμε εμείς επιτέλους ηθικά δικαιωμένοι. Μόνο αν δικαιωθώ θα νιώσω ότι η ανθρώπινη ζωή έχει τη θέση που της αξίζει, ότι ο κάθε άνθρωπος δεν είναι αναλώσιμος. Μπορεί για τους άλλους ο Δημήτρης να αποτελεί έναν αριθμό μιας λίστας θυμάτων, για μένα όμως θα είναι πάντα ο ένας». Γι' αυτό και θεωρεί ότι είναι εξευτελιστικό να κοστολογείται ο άνθρωπός της και προσβάλλεται όταν τη ρωτούν αν έχει αποζημιωθεί. «Καλύτερα να με ρωτήσουν αν τιμωρήθηκαν οι υπαίτιοι. Και όλα τα λεφτά του κόσμου να μου έδιναν, εγώ θα προτιμούσα την παραδειγματική τιμωρία τους».

Νίκος Πουλόπουλος 73 ετών,
πατέρας του Κωνσταντίνου Πουλόπουλου

«Τώρα καταλαβαίνω αυτούς που αναγκάζονται να πάρουν το νόμο στα χέρια τους»

Από την Αγία Παρασκευή όπου έμενε η οικογένεια πριν από το θάνατο του 30χρονου Κωνσταντίνου, μετακόμισε στην επαρχία, για να βρίσκεται «μακριά». Εκεί συναντηθήκαμε. «Κάθε βράδυ στις 8 νόμιζα ότι θα ανοίξει η πόρτα και θα μπει μέσα ο Κωνσταντίνος μου. Δεν μπορούσα να ζήσω άλλο σε αυτό το σπίτι όπου είχα μεγαλώσει τους γιους μου», μου εξηγεί ο κ. Νίκος Πουλόπουλος. Ο γιος του εργαζόταν στη Freudenberg, μια γερμανική πολυεθνική, η οποία είχε αναλάβει και το μάρκετινγκ της Ricomex και στεγαζόταν στο κτίριό της.

Η φωνή του σπάει όταν μιλάει για το «αστέρι» του. «Ηταν ένα παιδί διαμάντι. Εργατικός και οργανωμένος, έκανε υγιεινή ζωή, δεν κάπνιζε, δεν έπινε και κοιμόταν νωρίς. Αγαπούσε τη Φύση και του άρεσαν τα σπορ. Συνήθιζε να πηγαίνει για καγιάκ και ραπέλ και δεν φοβόταν τίποτα. Ηταν ένα παιδί ατρόμητο και χαρισματικό. Υπηρετούσε στις ειδικές δυνάμεις ως αλεξιπτωτιστής. Αν είχε σκοτωθεί στη μάχη για την πατρίδα του θα ήμουν υπερήφανος. Αλλά όχι έτσι. Οι άνθρωποι αυτοί δεν σκοτώθηκαν από το σεισμό, αλλά δολοφονήθηκαν από την ίδια τους την πατρίδα που επέτρεψε σε αυτούς τους ασυνείδητους να χτίσουν αυτό το άθλιο, παράνομο κτίριο».

Ο κ. Νίκος δεν μπορεί να κρύψει την οργή του. «Τα παιδιά των ιδιοκτητών ήταν τότε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και γενικοί διευθυντές. Αυτοί, δηλαδή, δεν έχουν καμιά ευθύνη; Κήρυξαν πτώχευση και μετέφεραν την επιχείρηση στο εξωτερικό. Εφεραν και τα προϊόντα τους εδώ και συνεχίζουν να τα πωλούν. Και αυτό το κράτος τούς το επιτρέπει. Και οι υπαίτιοι τώρα κυκλοφορούν ελεύθεροι, χαρούμενοι και πλουσιότεροι. Ο σεισμός ήταν γι' αυτούς ευκαιρία ζωής».

Ο κ. Πουλόπουλος υπήρξε πλοίαρχος και όταν παραλάμβανε ένα καινούργιο πλοίο πάντα ζητούσε τα σχέδιά του. «Ηθελα να γνωρίζω αν το πλοίο είναι ασφαλές. Οφειλα να προστατεύσω τους ανθρώπους που μετέφερα. Ετυχε κάποτε ένα καράβι να μην έχει τις πρέπουσες λαμαρίνες, οπότε αφού ενημέρωσα το πλήρωμα, είπα «δεν το παραλαμβάνω». Πώς βάζουν τόσους ανθρώπους να δουλέψουν σε αυτό το τερατούργημα οι ιδιοκτήτες, οι αρχιτέκτονες και οι πολιτικοί μηχανικοί της Ricomex και μετά υποστηρίζουν ότι δεν φέρουν καμιά ευθύνη;».

Εχει ακόμη ένα γιο, τον 33χρονο Αλέξανδρο. «Είναι ακόμα πολύ πληγωμένος από το θάνατο του αδελφού του. Ηταν πολύ δεμένοι και τον είχε σαν στήριγμα. Νιώθει ντροπή που είναι Ελληνας γιατί δεν έχει δει κάποιο δείγμα ότι υπάρχει δικαιοσύνη που τιμωρεί τους ενόχους». Ο κύριος Νίκος έχει σκεφτεί ακόμη και να μετακομίσει στην Αγγλία, να λάβει την αγγλική υπηκοότητα και να αλλάξει το όνομά του ώστε να μην του θυμίζει τίποτα την Ελλάδα. «Δεν είναι σφάλμα που τα μεγάλωσα με τόση αγάπη για την πατρίδα τους, να είναι τίμιοι και να πιστεύουν στους νόμους; Και τελικά αυτό το κράτος μού πήρε το γιο».

Με λυγμούς μού λέει ότι τα τελευταία επτά χρόνια προσπαθεί να αποδείξει τα αυταπόδεικτα. «Εύχομαι ακόμα και τώρα, έπειτα από τόσα χρόνια, να βρεθεί ένας τίμιος δικαστής και να διαβάσει την έκθεση των 15 επιστημόνων του Πολυτεχνείου. Δεν υπήρχαν σίδερα, δεν υπήρχαν κολόνες, μπετόν, τίποτα. Οι επιστήμονες του κράτους έβγαλαν αυτό το πόρισμα. Τι δικάζουν λοιπόν οι δικαστές όλα αυτά τα χρόνια; Χρόνο προσπαθούν να κερδίσουν οι υπαίτιοι για να παραγραφεί το πλημμέλημα. Από κακούργημα που ήταν στην αρχή τώρα έχει γίνει πλημμέλημα, πέντε χρόνια με αναστολή, ούτε μια μέρα φυλακή, καμία τιμωρία για παραδειγματισμό, σαν να επρόκειτο για μια τροχαία παράβαση».

Πριν χάσει το γιο του ο κ. Πουλόπουλος ήταν άνθρωπος κοσμοπολίτης· του άρεσε να ντύνεται όμορφα, να βγαίνει, να διασκεδάζει. Τώρα έχει παραδοθεί στη θλίψη. «Κυκλοφορώ ατημέλητος, με μια φόρμα, και το μόνο που θέλω από τη ζωή μου τώρα πια είναι μια δίκαιη δίκη». Τον ρωτάω για την υγεία του, καθώς φαίνεται ότι δυσκολεύεται να περπατήσει. «Μου παρουσιάστηκε δισκοκοίλη όταν ήμουν στα ερείπια γιατί έσκαβα και εγώ μαζί με τους πυροσβέστες. Οκτώ μερόνυχτα ήμουν εκεί. Εγώ που μέχρι τότε έπινα ένα ποτηράκι κρασί, εκεί έπινα δύο μπουκάλια ουίσκι για να αντέξω. Οταν συνειδητοποίησα ότι η ελπίδα είχε χαθεί έπαθα και το πρώτο εγκεφαλικό. Αργότερα ήρθε και το δεύτερο». Εκεί, στα συντρίμμια, μίλησε με τις ομάδες των ξένων πυροσβεστών. «Είχαν δει κτίρια να γκρεμίζονται ή να γέρνουν, αλλά να γίνεται σάντουιτς ένα κτίριο, αυτό δεν το είχαν ξανασυναντήσει. Επιανα το μπετόν, κομμάτια ολόκληρα, και το έτριβα με τα χέρια μου. Δεν υπήρχε τίποτα».

Οσο περνάνε τα χρόνια ο πόνος και η οργή του μεγαλώνουν. «Τόσες αναβολές στις δίκες σε κάνουν να νιώθεις ότι δεν υπάρχει ελπίδα. Τώρα καταλαβαίνω τους ανθρώπους που αναγκάζονται να πάρουν το νόμο στα χέρια τους. Δεν ξέρω από πού να ζητήσω βοήθεια. Από τον υπουργό Δικαιοσύνης; Ή από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, που φαίνεται τίμιος άνθρωπος; Αλλά αν ενδιαφέρεται να πατάξει τη διαφθορά, τότε γιατί δεν παρεμβαίνει; Εστειλα και επιστολή στον κ. Λινό και τον παρακάλεσα να ελέγξει γιατί όλες αυτές οι δίκες είναι υπέρ της Ρικομέξ. Δεν μου απήντησε ποτέ κανείς». Καθώς μιλάει, ξεσπάει πάλι σε κλάματα. «Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να χάνει ένας γονιός το παιδί του. Μου ξερίζωσαν την καρδιά. Εχω καταντήσει να μυξοκλαίω σαν γριούλα μπροστά στους δικαστές, να μην μπορώ να κρατήσω τον εαυτό μου. Εγώ, που ήμουν τόσο υπερήφανος και που πάλευα μια ζωή με τα κύματα των είκοσι μέτρων...».

Kathimerini.gr


Hμερομηνία :  2/12/06Copyright:  http://www.kathimerini.gr

Kλείσιμο